Ο ΚΩΔΙΚΑΣ ΤΩΝ ΝΑΒΑΧΟ: Παραπατώντας στη Χαρά

«Δεμάτια τα πρόσωπα να κρέμονται στα παράθυρα του οτομοτρίς»…

 

Δεν είμαι «ειδική», με ενσυναίσθηση μιλώ κι ως εκεί που κατέχω.

Διαβάζω το «Παραπάτημα στη Χαρά» (εκδόσεις Μετρονόμος, 2012) του Σωτήρη Παστάκα και διαβάζω έναν καθαρόαιμο άντρα. Έναν άνθρωπο βαθύ και πλατύ, με ειδικό βάρος και από πρώτη ύλη συμπαγή μα και αιθέρια.

Διαβάζω το Σωτήρη Παστάκα γιατί απ’ τις πρώτες του γραμμές καταλαβαίνω ότι δεν φοβήθηκε και δεν φοβάται να απολαύσει: ότι έχει την «τεχνογνωσία». Κι ότι βγάζει από την τσέπη του ανά πάσα στιγμή το τίμημα.

Διαβάζω το Σωτήρη Παστάκα και είναι αλλιώς. Δεν μου θυμίζει τίποτε απ’ ό,τι ως τώρα έχω διαβάσει κι όμως δεν είναι ανοίκειος. οικείος μού είναι. Κάτω απ’ την ίδια σκιά καθόμαστε.

Τα αγκάθια της τριανταφυλλιάς που είναι ο Σωτήρης Παστάκας και δημιουργούν την παραπάνω σκιά, μπλέκονται στα μαλλιά μιας γυναίκας που μοιάζει με τον Ιησού. Τόσο μόνος. Τόσο πολύς.

Γράφει για τις «ρυτίδες του εγκεφάλου» του. Τις ψάχνω: δεν τις βρίσκω. Ο εγκέφαλός του πάλλεται διαρκώς, όπως το αίμα, όπως η γραφή του.

Κάθετη γραφή, εξελίσσεται σαν κισσός, με ελικοειδή  πορεία, από μέσα προς τα έξω κι άλλοτε αντίστροφα. Γραφή συνεπής, δυνατή και ταυτόχρονα παντελώς απρόβλεπτη. Ο Χίρσμαν κάποια στιγμή, παραστέκεται στον Γκάντι.

Ο Σωτήρης Παστάκας μας λέει τι τραγούδησε, τι τραγουδά. Μοιράζεται μαζί μας το σκοπό αυτού του τραγουδιού. Σκοπό, όπως λέμε «σφυρίζω έναν σκοπό»- τι έκφραση κι αυτή!

Ναι, ο σκοπός σφυρίζεται και πολλές φορές ο ίδιος ο σκοπός, σφυρίζει. Κι όταν δεν επιτευχθεί, ο σκοπός σφυροκοπάει κιόλας: τα μηνίγγια εκείνου που δεν τον εκπλήρωσε.

Ο Σωτήρης μιλά πολύ για το σφυροκόπημα αυτό. Σε διάφορα σημεία του έργου του. Ανάμνηση, αυτοκριτική, ημερολόγιο, φαντασίωση, εξομολόγηση, ντελίριο, επανειλημμένη απεύθυνση στον εαυτό του, συντήκονται στο Παραπάτημα στη Χαρά.

Όλα τούτα κι άλλα τόσα, κι ωστόσο, δεν βάρυνα στιγμή. Ίσως γιατί το Παραπάτημα με βοήθησε να δω το χαμόγελο στο βάθος του λυγμού, όπως το θέτει ο ίδιος. Να ριγήσω. Το Παραπάτημα με ανακούφισε γιατί μετράει απώλειες με στοργή. Ούτε με τόλμη ούτε με τσαγανό ούτε καν με σαρκασμό: με στοργή.

Σα να ’ταν τα παιδιά μιας τάξης ή μιας εκδρομής, μην τυχόν και λείπει κάποιο. Και φυσικά απουσιάζει παντελώς το επιδερμικό και απλουστευτικό «δεν μετανιώνω για τίποτα». Οι απώλειες είναι απώλειες, τα λάθη λάθη, η ποίηση του Σωτήρη ποίηση, και ούτω καθεξής.

Ποιητάρηδες λέει κάπου. Ποιητάρηδες, όπως αναστενάρηδες.

Λέει πως δεν οδήγησε κανέναν κάπου. Λέει. Εκείνος ξέρει. Θα κάνω όμως μία διάκριση: μπορεί να μην θέλησε να το κάνει, να μην θεώρησε εαυτόν αρμόδιο. Άλλο αυτό. Δυσκολεύομαι να πιστέψω πάντως ότι δεν οδήγησε ποτέ κανέναν κάπου, έστω ερήμην του. Εμένα με το Παραπάτημα, ας πούμε, με οδήγησε.

Απλώς δεν ενδιαφέρει εδώ να πω πού.

(Χαράσσεται κάπου βαθιά κι ύστερα σβήνεται πάλι με γενναιοδωρία, όπως προτρέπει ένας ομότεχνός του. Πετάει στον αέρα τα σεντόνια και τα κατσαρόλια της συζυγικής ζωής).

Το φωτάκι της πορείας του μόνιμα αναμμένο, σαν καντήλι. Προχωράει μπροστά: το πίσω υπάρχει μόνο για ν’ ακουμπάει ώρες ώρες την πλάτη του. Ακολουθώ.

Ακολουθώ τη φύση.

Τον ακολουθώ.

Όχι από περιέργεια, μα επειδή έχει ‘στο γοφό πορτοκαλί πληγή’ και επειδή ‘αποφεύγει τα αυτονόητα’, οπότε, δεν μπορώ να κάνω διαφορετικά, όπως ένα ποτάμι δεν μπορεί να μην εκβάλλει στη θάλασσα..

Παραπατάω σαφώς στη χαρά, γιατί ποιος είπε πως η χαρά είναι εύκολη να την περπατήσεις.

Σημ. Το κείμενο γράφτηκε  με αφορμή δυο πρόσφατες εκδηλώσεις: του «Είμαστε Εδώ», στις 3 Ιουλίου στην Πλατεία Κλαυθμώνος και της συνάντησης Ποιείν-Μετρονόμου- Intellectum στις 4 Ιουλίου στον πολυχώρο Floral στα Εξάρχεια. Και επειδή, όσοι παρέστημεν και τις δύο αυτές μέρες παραπατήσαμε στη χαρά και από χαρά, που τόσο το είχαμε ανάγκη.

, , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , ,

Δεν επιτρέπονται πλέον σχόλια.